La Beauté Est Dans La Rue – Beauty Is In The Street – H Ομορφιά Είναι στο Δρόμο – La belleza Está en la Calle

Αρχείο Συγγραφέων

Ανάπαυση

author: MisTouNou

Εάν γράψω ένα ποίημα ανάμεσα στις δουλειές μου θα είναι επειδή βρήκα ένα διάλειμμα, που με πιστεύει και μ’ ακολουθεί,

σκυλάκι αδέσποτο στο χείλος της εισόδου.

Δεν κουνάει την ουρά, παρά μου λέει πάμε και πεινώ, του λέω επίσης και φεύγουμε για το μετρό,

εγώ και το τετράποδο τραπέζι μου.

Τι τύχη κι ας είμαι περίγελως μες στο βαγόνι,

μου επιτρέπεται να τρελαθώ.

υ.γ.1: κι όλοι εσείς, που νομίζετε ότι δεν σας βλέπουμε, κάνετε μεγάλο λάθος.

υ.γ.2: δεν υπάρχει νόημα μυστικό

MisTouNou


Ατοπία

Μπορεί, αν θέλει, να γυαλίσει εξονυχιστικά τα νύχια που περισσεύουν.

Μπορεί να υπνοβατήσει τραγουδώντας

αν θέλει

αν νομίζει πως είναι αρκετό.

Μπορεί να μείνει μέσα στο μπαλόνι του κόσμου όσο εσύ

πληρώνεις το τίμημα του μάστορα

εσύ να ανοίξεις την φλούδα του θόλου.

Τώρα να πάμε στην εικόνα που θα ήταν εδώ, αν θυμόμουν τους κωδικούς για την πρόσβαση. Ένας γέρος, πάντα γέρος, μες στη νύχτα πάλι ξύπνιος, μια βόλτα στον νωπό του δρόμο, τι βράδυ. Πράσινα φώτα της βιτρίνας, κοιτάει μέσα την στατικότητα, την ακινησία της επανάληψης, τα είδη προικός που αποφεύγονται, τα πεπραγμένα. Δε μου δίνουν την άδεια. Δε μ’ αφήνουν να μιλήσω δίχως λόγια. Κάποιος, λοιπόν, τον ακολούθησε ή τον εντόπισε σε τούτη τη στιγμή. Μάλλον δεν ήξερε τα ήσυχα βράδια και τόλμησε να πεθάνει με την απόφαση του κλίκ. Μια οπή στο διάφραγμα της κοινωνίας μας. Υπερβολή;

Για βούτα στον άλλον, για χόρεψε στην επιφάνεια που καθρεφτίζεται. Ένας γέρος κι ένας άσπρος βάτραχος στη μέση της Πατησίων.

Έχεις τσέπη, όλο ρωτάει κι όλο πνίγεται, πολτοποιημένα σύμφωνα και ακράτητα φωνήεντα με το λαιμό του να ξεφουσκώνει. Η γλώσσα του απλώνεται ως τον απέναντι τοίχο της, λίγη τροφή και δυο δεκάρες που υπάρχω ακόμη.

Μπορεί, αν θέλει, να μαζέψει όλες τις κοπέλες στα παγκάκια της προβλήτας, να τους πει για τους φαντάρους που μεράκλωσαν προχτές. Μες στην πόλη, την δική τους πόλη θεατές. Οι πορτιέρηδες τους αρνούνται την είσοδο, είστε μπούγιο, ενοχλείτε, τους λένε. Μοιάζετε με Αλβανούς κι ο Θανάσης είναι σαν Πακιστανός.

Πώς να μπει και να πιει έναν καφέ, πληρωμένο και με απόδειξη, πώς να γίνει λάδι στο γύρω – γύρω του δρόμου.

Λίγες μπύρες, συνεχίζει ο βάτραχος αφηγούμενος, και τα πόδια τους κρέμονται στην ακμή της προκυμαίας, πίσω μπρος αιωρούνται αναλόγως με τα όγδοα και τα τσιγάρα που σβήνουν. Μια χορωδία ατημέλητων παύσεων, ένα μπουλούκι παιδιά περιμένουν να τελειώσει η έξοδος. Κι οι μανάδες τα συμμαζεύουν με μακρόσυρτες λήγουσες, ενισχυμένες με τα φωνήεντα της ησυχίας που μεσουρανεί στο μετά.

Και ποιος τους ρώτησε, που πίσω τους εκείνες τους κοιτούν, ποιος τους είδε εκτός από μένα που ξεμένω ολοένα και πιο πολύ. Απομένω, λοιπόν, δεν χρειάζονται τη νύχτα τα τακούνια.

Η ατοπία του καλντεριμιού, οι αρμοί που αδειάζουν και διαχωρίζουν τα στοιχεία του συνόλου. Όλες οι χαραμάδες των αποχετεύσεων που σας καθηλώνουν και βλέπω εγώ από κάτω τους τις πλισέ αποκαλύψεις, το φως της λάμπας διασπάται καθώς σκεπάζομαι από τον μέσα ίσκιο τους, κάνω μια ενδιαφέρουσα συλλογή. Κι ύστερα μένει η ιστορία τους, κάποτε δεν υπήρχαν οι σχισμές για να πέσουν οι δεκάρες του κόσμου. Αποπληρώνομαι μονάχα με τα φιλιά τους, απόσωσε ο αφηγητής.  Μια ιστορία για όσες με αρνούνται, να τις κοιμίσω απροετοίμαστες και να ξυπνήσουν το πρωί εκτός. Να με φιλήσετε, λοιπόν, ασπαστείτε την παρουσία μου, τους είπε, ανταλλάξτε με έστω με την έκπληξη που είμαι τόσο άσπρος δίχως φως.

Πεινάω κι αν δεν χορτάσω με τα χείλη των κοριτσιών που ξυπνάνε, θέλω τα όνειρα να τα πούνε δίχως ν’ ακούν τα ρολά που σηκώνονται στην Αβάντων. Ο γέρος φτιάχνει καφέ και περιμένει να πεθάνει εντός, έστω αυτό. Είναι μόνο για σποραδική βαρύτητα το οδόστρωμα του χρόνου.