La Beauté Est Dans La Rue – Beauty Is In The Street – H Ομορφιά Είναι στο Δρόμο – La belleza Está en la Calle

fascinating people

Meredith Monk – Songs of Ascension

«In a sense I think of myself as a vocal archeologist, trying to dig down to the most fundamental human utterances, the most elemental forms….
In the larger works, I combine forms weaving together music, movement, film object, light and ambiance.
This multi-dimensional approach hopefully creates a poetry of sound, image and movement
that increases the luminosity and radiance of the experience.»

– Meredith Monk –

«looking down» – The Tower, designed by Ann Hamilton, 2007

Η Μeredith Μonk είναι μια αμερικανίδα συνθέτρια, τραγουδίστρια, σκηνοθέτιδα και χορογράφος και υπήρξε πρωτοπόρος σε αυτό που σήμερα ονομάζεται «extended vocal technique«.

Με συνεχή παρουσία 50 και πλέον ετών (1960 έως και σήμερα), η Monk ξεκίνησε έχοντας ως όραμα την εξερεύνηση της ανθρώπινης φωνής, φέρνοντας στο φως τεχνικές και δυνατότητες μιας άλλης γλώσσας, της φωνής, προτρέποντάς μας να καταλάβουμε ότι η ανθρώπινη φωνή είναι μια αυτόνομη γλώσσα από μόνη της.

Ταυτόχρονα σκηνοθέτησε φιλμς, θεατρικά, δημιούργησε χορογραφίες και εγκαταστάσεις, τα οποία λειτουργούσαν ως ένα πρωτότυπο πεδίο έρευνας. Επιχείρησε ακόμη να συνδυάσει τη φωνή με τη μουσική, την εικόνα, την κίνηση, το φως με σκοπό να ανακαλυφθούν νέοι τρόποι αντίληψης.

Η τελευταία της δουλειά κυκλοφόρησε το 2009, με τίτλο «Songs of Ascension»/ «Τραγούδια της Ανάληψης», το οποίο πλην της ηχογράφησης του, περιλαμβάνει και τη παραγωγή μιας οπτικοακουστικής παράστασης σε έναν οκταόρωφο πύργο (αξιοποιώντας της φυσικές και ακουστικές ιδιότητες του), με ζωντανή μουσική (από κουαρτέτο εγχόρδων με κορυφαίο τον βιολονίστα Todd Reynolds) και φωνητικά (από το «Meredith Monk Vocal Ensemble»).

Το «Songs of Ascension» είναι εμπνευσμένο τόσο από μεταφράσεις των Ψαλμών, του ποιητή Norman Fischer, όσο και από το οκταόροφο πύργο που σχεδίασε η εικαστικός Anna Hamilton , για το ίδρυμα Οliver Ranch, στον οποίο και έλαβε μέρος η παράσταση της Meredith Monk.

Η πρώτη μου ακρόαση έργου της Meredith Monk ήταν το «Do You Be«, το οποίο και αποτέλεσε ένα σοκ αλλά και μια μεγάλη αποκάλυψη σχετικά με το ανθρώπινο πολύεδρο.

Η Μ. Monk είχε πλήρη αντίληψη του ότι με μέσον την ανθρώπινη φωνή μπορεί να παρέμβει στο σώμα, και αντίστροφα, ότι το ανθρώπινο σώμα καθορίζει τη φωνή, και αυτή η σχέση είναι άρρηκτη όσο και πολλαπλασιαστική: «χορεύοντας η φωνή, τραγουδάει το σώμα».

Σήμερα, ακόμα, αντιμετωπίζω με δέος τη καλλιτέχνιδα Meredith Monk και το έργος της αποτελεί, για μένα, την αρχαιολογία ενός καλλιτέχνη.

Όχι με την έννοια ότι ανασκάπτει απ’ το παρελθόν και φέρνει στο φως ξεχασμένους μύθους και ανθρώπινες δυνατότητες, αλλά, αντίθετα, βυθιζόμενη στον ανθρώπινο χρόνο και σώμα, αναδύεται πάνω από αυτά και συνεχίζει να μας αποκαλύπτει έναν νοητό όσο και αισθητό κόσμο του μέλλοντος.

Για αυτό, εξάλλου, την αγαπώ τόσο πολύ.

Για αυτό, εξάλλου, παραμένει σύγχρονη και μοντέρνα.

.
worldcity

«looking up» – The Tower, designed by Ann Hamilton, 2007

Advertisements

Θόδωρος Αγγελόπουλος – έφυγε ο σκηνοθέτης της ελληνικής ιστορίας

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”

“Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι”

στο La Ivolution:

«Θόδωρος Αγγελόπουλος: στην αιωνιότητα, στο φως«


«Hitchhiking the World» by Pedro Acevedo Gonzalez

The following text was written by Costa Rican hitch hiker Pedro A. Gonzalez
especially for «La Prose du Monde«,
wanting to share some thoughts and feelings on hitchhiking.

walking with Pedro in Alimos sandy beach, Greece - Apr 21, 2011 - © photo by worldcity

«You can tear down the borders
that are only set on in narrow minds
and in those funny papers people call maps»
«I found myself walking near a highway like none I have seen before in my life. I must admit that what we call highways in Costa Rica can be regarded as roads somewhere else. I had little if no knowledge at all about how to hitchhike, yet, I just took my by then heavy backpack and walked out of the city. I never imagined that hitchhiking could be such a psychological game full of tricks and strategies. Needless to say, my first experiences were awful.
I quit. Instead, I used public transportation. But this was expensive and boring. I went back to the very same country I had tried hitchhiking for the first time, but with a different attitude, a bit more of road-reading skills and an urge for adventure.  This time it was a success. However, there is still a long way to go from France to Turkey and the learning process continues longer than the road.

I initially decided to hitchhike just to save money. But on the way, I realized that there is something else about this way of traveling. Hitchhiking is a challenge, in which moving from point A to B requires your physical and psychological effort, to such an extent that, when you finally make it, you realize how big the world is, how rewarding it is to be there, and most importantly, how beautiful and magnificent every bit of kilometer you covered is (opposite to high speed trains or flights).

Sometimes you even realize that the path to your destination is more fulfilling and breathtaking than the destination itself. Also, when the language barrier is low enough to walk it off (or non-existing), there is always an enriching cultural exchange; every driver has sometimes to teach.

Earlier I said that my backpack was heavy, but after hitchhiking for a while I have become very minimalistic and simple. I have discovered that you can make it anywhere with little material stuff as long as you have a huge desire. You can tear down the borders that are only set on in narrow minds and in those funny papers people call maps.»

written by Pedro Acevedo Gonzalez

Pedro’s travel blog: «50mm – Sin Destino Lo que yace al otro lado del lente…» / in english and spanish

Pedro hitchiking at Thebes tolls station, Greece - Apr 22, 2011 - © photo by worldcity


Αμαλία Μουτούση: «Ο καθένας έχει μερίδιο στη διάλυση και στην ανασφάλεια»

«Εχουμε κλειστεί στο καβούκι μας. Ανάμεσά μας υπάρχει ένας τοίχος .Μόνο η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει υγρασία σε αυτόν τον τοίχο»

Συνέντευξη στο Βήμα της Κυριακής

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Την αποκάλεσαν « καλύτερη ηθοποιό της γενιάς της». Εφέτος, έπειτα από απουσία δύο χρόνων, επιστρέφει στο σανίδι. Για να κάνει πολλά και να πει ακόμη περισσότερα

Η Αμαλία Μουτούση δεν χρειάζεται αφορμές. Είναι τόσο πολλά τα πράγματα που έχεις να συζητήσεις μαζί της, τόσο πολλά και ποικίλα, που η αφορμή ενός ρόλου, μιας ερμηνείας, μιας παράστασης, έπονται. Και όμως, τελικά υπήρχαν πολλές αφορμές για μια συνάντηση μαζί της, σχεδόν δύο χρόνια μετά την τελευταία της θεατρική εμφάνιση στην Επίδαυρο ως Ατοσσα στους «Πέρσες» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Ντίμιτερ Γκότσεφ. Πρώτη αφορμή στάθηκε η αυριανή έναρξη των συναυλιών στο Θησείον, όπου μαζί με τον Δημήτρη Καμαρωτό και ορχήστρα θα θυμίσουν τα τραγούδια των παραστάσεων του «Διπλούς Ερως». Δεύτερη αφορμή, η απαγγελία-ερμηνεία της ραψωδίας Ω από την «Ιλιάδα» στη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, στο Εθνικό Θέατρο. Τρίτη, η Μήδεια, ο ρόλος της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη που θα ερμηνεύσει το προσεχές καλοκαίρι στο αρχαίο θέατρο του Πολυκλείτου, σε σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα, με τον Χρήστο Λούλη στον ρόλο του Ιάσονα.

Αφοσιωμένη στο θέατρο, με έμφυτη αγάπη για την τέχνη και βαθιά πίστη μέσα της, η «καλύτερη ηθοποιός της γενιάς της», όπως την έχουν χαρακτηρίσει, και μία από τις καλύτερες που διαθέτει η ελληνική σκηνή, είναι πάνω απ΄ όλα μια γυναίκα που εκφράζεται με αισθήματα και συναισθήματα, με αισθήσεις, ειλικρίνεια και ευγένεια. Τη συναντήσαμε με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, λίγο ήλιο του χειμώνα να μπαίνει απ΄ έξω και πολλή διάθεση για κουβέντα.

«Η δεκαπενταετία στο “Διπλούς Ερως” μου έδωσε μια βάση. Εκεί έμαθα να περπατάω, εκεί στάθηκα στα πόδια μου,εκεί έγινα αυτάρκης. Γι΄ αυτό και δεν φεύγω ποτέ από την αρχή μου» λέει. «Μέσα σε όλο αυτό που ζούμε, χρειαζόμαστε το στοιχειώδες.Σήμεραο κόσμος έχει ανάγκηνα καταλάβει- δεν ζητά το παραπάνωαπό τα αναγκαία. Το βλέπωγύρω μου. Βλέπω την προσπάθειαανασυγκρότησης:να μαζέψουμε τις δυνάμεις που μας απέμειναν, να κάνουμε την αυτοκριτικήμας, να βρούμε το μερίδιο της δικής μας ευθύνης.Ξέρω ότι όλο αυτό έχει πολέμιους.Αλλά αυτός είναιο αγώνας μας.Ας αναλάβει ο καθέναςτις ευθύνες του» ξεκαθαρίζει και κάνει το επόμενο βήμα της.

Στο τέλος Μαρτίου θα ολοκληρώσει τον κύκλο των ραψωδιών της «Ιλιάδας» στο Εθνικό, που άρχισε τον περασμένο Οκτώβριο. Θα δια βάσει, με τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Βίκου Ναχμία, την Ωμέγα. «Ηθελα να δουλέψω με τον Βίκο Ναχμία.Ετσι,όταν μου πρότεινε ο Γιάννης Χουβαρδάς να συμμετάσχωστον κύκλο της “Ιλιάδας”, θεώρησαότι ήταν μια καλή αφορμή. Βρήκα ενδιαφέρουσα την πρόταση και μάλιστα σε μια στιγμή που μου ταίριαζε η “Ιλιάδα”. Θα με βοηθήσεικαι στην προετοιμασία μου για ό,τι έπεται».

Από τα βιβλία στα οποία κατά καιρούς επιστρέφει, η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» αποτελούν για εκείνη σημεία αναφοράς- και όχι επειδή τα διδάχθηκε στο σχολείο. Αλλωστε δεν ήταν καλή μαθήτρια… «Τα έπιανα τα μαθήματα, αλλά δεν με ένοιαζε να είμαι καλή μαθήτρια.Τον πατέρα μου τον ενδιέφερε,αλλά όχιπιεστικά. Οσο για τη μητέρα μου, την ενδιέφερεκυρίωςη καλή μου ανατροφή».

Η ίδια πιστεύει ότι χρειάζεται ένα μεγάλο εσωτερικό άνοιγμα για να πλησιάσεις τον Ομηρο ενώ συγχρόνως θεωρεί ότι ο κόσμος συνεχίζει να ενδιαφέρεται για μύθους και παραμύθια της λαϊκής μας παράδοσης. «Δεν τα χρησιμοποιούμεόμως αυτά τα κείμενα. Εχουμε ξεχειλώσει και μεγαλώσει το δικό μας “εγώ”πιστεύοντας ότι εμείς είμαστε το κέντρο των πάντων. Φοβάμαι ότι το θέατρο διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει μόνο αισθητικήυπόθεση- και όχι εμπειρική. Το θέμα είναι να σταθείς πάνω στη σκηνή και να καταφέρεις να κλέψεις τον χρόνο. Από εκεί ξεκινούνόλα.Ξερεις τι μας λείπει;Να μας αρπάξει κάτι, να μας συνεπάρει.Είμαστεπολύ μόνοι μας- δεν κοινωνούμε κάτι όλοι μαζί. Δεν ξέρω πού οδηγεί αυτό. Δεν είναικάτι καινούργιο άλλωστε. Υπήρχε πάντα σαν κατάσταση.Εχουμεκλειστεί στο καβούκι μας. Ανάμεσά μας υπάρχει ένας τοίχος.Μόνο η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει υγρασία σε αυτόν τον τοίχο».

Η τέχνη και η κρίση

Η Αμαλία Μουτούση με τον Λευτέρη Βογιατζή σε σκηνή από την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, που ανέβηκε το καλοκαίρι του 2006 στην Επίδαυρο

«Η οικονομική κρίση επιτάχυνε την κρίση που περνάει η χώρα μας» λέει καθώς ξανοίγεται στη συζήτηση . «Εχω μεγάλη αγωνία για το πώς θα ζήσουμε σαν λαός. Τι βγαίνει μέσα από όλο αυτό; Μια ανασφάλεια που προκύπτει από την καθημερινότητά μαςΠροσωπικά δεν ξέρω αν θα καταφέρω να πάω στην πρόβα μου, αν θα καταφέρω να φθάσω στην παράσταση. Μπορεί να μπλοκάρω στον δρόμο και να μείνω εκεί επί ώρες… Εχουμε αρχίσει να γνωριζόμαστε, να μιλάμε μεταξύ μας,όλοι εμείς που περιμένουμε μέσα στην κίνηση. Στην Ελλάδα δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει.Αλλος δεν ξέρει αν θα έχει να φάει.Ο καθένας μας έχει το μερίδιό του από τη διάλυση και την ανασφάλεια. Από την άλλη, σκέφτομαι πώς ζήσαμε τα τελευταία 25 χρόνια.Οι ηγέτες της Ευρώπης πούλησαν τους λαούς τους στους τραπεζίτες. Οι δυσκολίες όμως τροφοδοτούν την τέχνη. Είμαστε όλοι στο πουθενά.Αν αναλάβουμε τις ευθύνες μας, αν κάνουμε την αυτοκριτική μας, μπορεί να γεννηθεί κάτι αυθεντικό. Η έλλειψη μας κάνει σήμερα να μιλάμε για πιο αυθεντικά πράγματα». Αυθεντικά; Η πίστη, ας πούμε; « Για μέναδεν έχουμε Θεό. Αν είχαμε Θεό, θαήμασταν αλλιώς.Αντιθέτως,κατασκευάζουμε τους δικούς μας θεούς.Από μικρή είχα μια πίστη που μεγαλώνοντας έγινε συνειδητή. Προβληματίζομαι, βέβαια, αναρωτιέμαι:Θεός ή επιστήμη;Ο διάλογος αυτός μπορεί να οδηγήσει κάπου. Αλλωστε η πίστη και η τέχνη μπορούν να μας πάνε κάπου».«Μεγαλώσαμε μαζί με τα τραγούδια»
Στην αρχή ήταν η «Μηχανή Αμλετ» (1993). Ακολούθησε ο «Ρομαντισμός» (1996) και έναν χρόνο μετά ο «Αμλετ». Το 2002 ήταν η σειρά του «Εθνικού Υμνου», το 2007 το «Πεθαίνω σαν χώρα» και τέλος οι «Βίοι Αγίων» (2009). Μουσικές γραμμένες από τον Δημήτρη Καμαρωτό για τις παραστάσεις του Τheseum Εnsemble στο Ιλίσια Στούντιο και στο Θησείο ζωντανεύουν ξανά, αυτή τη φορά σε μια σειρά συναυλιών με γενικό τίτλο «Νo one cured». Μαζί με την Αμαλία Μουτούση, ο συνθέτης κοίταξε ξανά τις μουσικές της τελευταίας εικοσαετίας και τις διαμόρφωσε για το σήμερα. Την ορχήστρα αποτελούν η Αναστασία Εδεν (τραγούδι, άρπα), η Ειρήνη Τηνιακού (πιάνο, κίμπορντς) και ο Νίκος Κυριαζόπουλος (ηλεκτρονικοί ήχοι).

«Η μουσική του Νίκου», λέει η Αμαλία Μουτούση, « φέρει τον ήχο της πόλης, της ζωής μας. Κι αυτό ήταν πάντα ζητούμενο για τον Καμαρωτό.Αλλωστε τα τραγούδια που θα πούμε δεν θα είναι τα ίδια. Ξεκίνησαν μεν από τις παραστάσεις, αλλά άλλαξαν μέσα στα χρόνια, όπως αλλάξαμε και εμείς.Μέσα από τις μνήμεςεπιστρέφουμε.Το πρωτογενές είναι αυτό που σε κάνει να μη θες να αποδείξεις τίποτα. Γιατί τότε δεν είχες τη γνώσηνα μπει μέσα και να το βρωμίσει».

«Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ»
Από τους ανθρώπους που ζουν τη ζωή στο πετσί τους και ξέρουν πώς να τη μετουσιώνουν σε τέχνη,η Αμαλία Μουτούση διαρκώς προβληματίζεται,αναρωτιέται,διαβάζει.Χαρίζει στον εαυτό της μεγάλα διαλείμματα όταν νιώθει την ανάγκη να σωπάσει, να στρέψει το βλέμμα εντός της.Είναι ίσως η μικρή πολυτέλειά της στη ζωή,μαζί με μια έλλειψη ανασφάλειας και ένα δυνατό αίσθημα ελευθερίας: αυτές είναι οι κατακτήσεις της. «Μου είναι αδύνατον να κάνω αυτή τη δουλειά όπως την κάνω,χωρίς κάποιες παύσεις.Την ίδια στιγμή,ομολογώ,η ζωή μου δεν είναι μόνο το θέατρο.Ακόμη και αν με την απουσία με ξεχάσουν- μπορεί να συμβεί και αυτό-,αισθάνομαι ότι δεν θα μου στερήσει τη δυνατότητα να κάνω αυτό που θέλω και να εκφραστώ όπως θέλω.Θα βρω τον τρόπο».

Αφού αποφοίτησε από τη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και έκανε το ντεμπούτο της στη «Βεντάλια της λαίδης Γουίδερμιρ» του Οσκαρ Γουάιλντ,στην πρώτη συνεργασία με τη μητέρα της Νόνικα Γαληνέα,η Αμαλία Μουτούση άρχισε να δουλεύει με τον τρόπο που εκείνη επιθυμούσε.Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 βυθίστηκε στον κόσμο της ομάδας Διπλούς Ερως και αφοσιώθηκε σε ένα θέατρο που έψαχνε και ψαχνόταν.Η δουλειά εκείνης της ομάδας,ερευνητική,που υπάκουε στις ανάγκες της γενιάς της και δεν ήξερε από μόδες αλλά τις δημιουργούσε,επηρέασε την εποχή της και έφερε νέα στοιχεία στην ντόπια παραγωγή.Το ίδιο και η Αμαλία Μουτούση: από το ισόγειο διαμέρισμα της οδού Μαρασλή και την «Υψηλή εποπτεία» του Ζαν Ζενέ ως τους μεγάλους ρόλους της αρχαίας τραγωδίας στην Επίδαυρο- όπως η Ηλέκτρα και η Αντιγόνη- η πορεία της ξεχώρισε.Αυτονομήθηκε,απέκτησε τη θεατρική της ταυτότητα,έκανε τις επιλογές της,έγινε πρωταγωνίστρια και σημείο αναφοράς για τις συναδέλφους της,νεότερες και μη.Εκτός από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό,συνεργάστηκε με τον Λευτέρη Βογιατζή,τον Γιάννη Κόκκο, τον Γιάννη Χουβαρδά,την Αντζελα Μπρούσκου,τον Γιώργο Λάνθιμο,τον Σλόμποταν Ουνκόφσκι,τον Γιόσι Βίλερ,τον Ντίμιτερ Γκότσεφ…Εκανε ταινίες με την Ελένη Αλεξανδράκη,τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη,τον Σύλλα Τζουμέρκα.Βραβεύθηκε…

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

Μια θεατρική σιωπή με μουσική :

Η επιλογή του Theseum Ensemble να μην παρουσιάσει φέτος νέα παράσταση συνοδεύεται από αυτή την σειρά συναυλιών. Θα υπάρχουν τραγούδια και μουσική όπως ήταν ενταγμένα στις παραστάσεις, αλλά και μέρη τους που διαμορφώθηκαν με την απόσταση που μας χωρίζει από αυτές και τις ανάγκες της ζωντανής μουσικής.

Απόσταση χρονική, γιατί θα παρουσιαστούν στον ίδιο χώρο που έγιναν: στο θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ.

Συντελεστές της παράστασης

Στα live, εκτός από την Αμαλία Μουτούση και τον ίδιο τον Δημήτρη Καμαρωτό, συμμετέχουν οι μουσικοί:

Αναστασία Έδεν,  τραγούδι και άρπα

Ειρήνη Τηνιακού,  πιάνο, κeyboards

Νίκος Κυριαζόπουλος,  live electronics

Θησείον, ένα θέατρο για τις τέχνες

Τουρναβίτου 7, Ψυρρή 10553, ΑΘήνα, Τηλ: +302103255444 ,


Πρεμιέρα: Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 22.00.

Είσοδος: 8 ευρώ